Το αίμα και η διάνοια

ΠΟΛΥΒΙΟΣ, Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ

Πλούσιος, καλλιεργημένος, κοσμογυρισμένος, πολυγραφότατος, ο Πολύβιος έζησε την παγκοσμιοποίηση της εποχής του μέσα στον 2ο αι. π.X. και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αποδοθεί η νέα πραγματικότητα με τις τοπικές ιστορίες που κυκλοφορούσαν ως τότε. Αυτός ήταν και η τελευταία ιδιοφυΐα της ελληνικής αρχαιότητας. Εγραψε τις Ιστορίες του – 60 βιβλία από τα οποία έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα – την εποχή της διαφαινόμενης κοσμοκρατορίας. Εξόριστος ο ίδιος στη Ρώμη, είχε στόχο να λειτουργήσουν τα βιβλία του ως παιδαγωγικό μέσο για τους δημόσιους άνδρες. Οι Ρωμαίοι πριμοδοτούσαν τέτοια ιστορικά έργα όχι μόνο ως απόδειξη των κατακτήσεών τους αλλά και ως καταγραφή των εθίμων και των πεποιθήσεων όλων των λαών που σχετίζονταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη Ρώμη. Ο Πολύβιος αξιοποίησε το γεγονός αυτό στον μέγιστο βαθμό. Πέθανε κάποια στιγμή μετά το 118 π.X. σε ηλικία 82 χρόνων όταν έπεσε από άλογο – σύμφωνα με τον Λουκιανό -, αλλά στο μεταξύ είχε προλάβει να ταξιδέψει στα περισσότερα πολεμικά μέτωπα του αιώνα του. Ηταν παρών και στις δύο ολοκληρωτικές καταστροφές της Καρχηδόνας και της Κορίνθου το 146 π.X. από τους ρωμαίους στρατιώτες, οι οποίοι μετέτρεψαν τις ένδοξες κάποτε πόλεις σε αγρούς για όργωμα, ενώ περίφημα έργα τέχνης τα έπαιζαν στα ζάρια. Είχαν χονδροειδώς αρχίσει να απομακρύνονται από τις παλιές ρωμαϊκές αρετές της εγκράτειας και του σεβασμού των αντιπάλων.

H πολιτική οργάνωση

Ο Πολύβιος έβλεπε πολύ μπροστά. Σημείωνε τα γεγονότα, κατέγραφε τις πολεμικές τακτικές, αλλά γι’ αυτόν η γενεσιουργός αιτία της καθολικής επιτυχίας της Ρώμης ήταν οι θεσμοί της και η πολιτειακή και πολιτική της οργάνωση. Αυτήν ήθελε να περιγράψει. Και όμως, αυτός ο μοναδικός ιστορικός της περιόδου, αυτόπτης μάρτυρας στα περισσότερα γεγονότα, δέχθηκε πολλές κριτικές μέχρι σήμερα: «Ψευδοθουκυδίδη» τον είπαν, «κακό ιστορικό» τον χαρακτήρισαν, «συνταξιούχο στρατιωτικό» τον αποκάλεσαν. Αισίως, ο συγγραφέας κ. Χριστόφορος Βλάχος, ιστορικός των ελληνιστικών χρόνων, προτάσσει τα χαρακτηριστικά της εποχής του Πολύβιου, τα οποία ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό τη στάση του και τις επιλογές του. Αν τον βγάλει κανείς από την εποχή του, θα λοξοδρομήσει εντελώς. Χώρια που αν δεν υπήρχε ο Πολύβιος δεν θα είχαμε ιδέα για αυτή την τόσο σκοτεινή περίοδο της ελληνορωμαϊκής όσμωσης. Κανείς δεν ισχυρίζεται βέβαια – ούτε καν το παρόν βιβλίο – ότι ο ιστορικός στερείται αδυναμιών.

Αλλά ο Πολύβιος ήταν ο πρώτος στην εποχή του «που επιχείρησε να εντοπίσει τα αίτια πίσω από τα γεγονότα και αναζήτησε κανόνες που διέπουν την οργάνωση του κόσμου και των κοινωνιών. Μελέτησε τους παλαιότερους και τους συγχρόνους του ιστορικούς, όσο ελάχιστοι ιστορικοί της αρχαιότητας» σημειώνει στην εισαγωγή του ο κ. Κάτσικας. Από αυτή την άποψη ήταν ο δεύτερος Θουκυδίδης της ιστοριογραφίας. Βέβαια ο πρώτος είχε γράψει για πολέμους λαών που μάχονταν για μια πατρίδα, ενώ επί Πολυβίου, τρεις αιώνες αργότερα, λαοί και έθνη είχαν γίνει ένα κουβάρι. Οσοι πολεμούσαν ήταν μισθοφόροι, ενώ οι αιχμάλωτοι μπορούσαν να προσληφθούν αμέσως από τον νικητή. Μοναδικό κίνητρο για όλους ήταν τα λάφυρα και το δουλεμπόριο. Μια νέα ιστορική πραγματικότητα είχε αναδυθεί, προς μεγάλη αμηχανία των ιστοριογράφων της εποχής.

Τι να γράψει κανείς μετά τον Θουκυδίδη; Το θέμα δεν ήταν να μείνουν τα γεγονότα «κτήμα εσαεί», αλλά να βγουν κάποια συμπεράσματα για τους πολιτικούς θεσμούς, τη διοίκηση και τις πολεμικές αναμετρήσεις. Αλλωστε ο Πολύβιος, στρατιωτικός σύμβουλος και διπλωμάτης από τα νιάτα του, αλλά και πνεύμα δημιουργικό, ήθελε να κατανοήσει την ιστορική εξέλιξη συνολικά, όχι κάποιου λαού ξεχωριστά. Ηθελε να ερμηνεύσει πώς η Ρώμη έγινε μέσα σε 53 χρόνια κοσμοκράτειρα, ενώ η Αθήνα στο ίδιο διάστημα κατέληξε επαρχία.

Ενα αργυρό μετάλλιο

Το πιο απολαυστικό τμήμα της μονογραφίας είναι αυτό που περιγράφει τη διαδρομή του Πολύβιου στα χρόνια της πρώτης παγκοσμιοποίησης της Ιστορίας, συνθήκες που βρίσκονταν παρασάγγες μακριά από τη λάμψη των κλασικών χρόνων. Πόσο σημερινές μοιάζουν τώρα στα μάτια μας! Ο πόλεμος ήταν η πιο συνηθισμένη κατάσταση στον ενοποιημένο μεσογειακό κόσμο της εποχής. «Μεγαλύτερη σημασία είχαν η προπαγάνδα, η υποκίνηση εξέγερσης, η δωροδοκία, οι παγίδες, η καταστροφή των εφοδίων του αντιπάλου, οι κινήσεις τακτικής για την αποφυγή της σύγκρουσης, οι εν κρυπτώ συμφωνίες. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου της εποχής ήταν σε αχρηστία. Δεν υπήρχε κανένας κώδικας τιμής ανάμεσα στους εμπολέμους… Ο Πολύβιος περιγράφει αυτή την κατάσταση και την επικρίνει δριμύτατα, επειδή θεωρεί τον πόλεμο καθαρά τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και όχι σύγκρουση ανάμεσα σε λαούς» σημειώνει ο κ. Βλάχος. «Γενικά, οι ελληνιστικοί χρόνοι ήταν μια περίοδος που δεν είχε και πολλές σταθερές, όπως ας πούμε οι κλασικοί χρόνοι. Ηταν μια εποχή που ο πολιτισμός απέκτησε οικουμενικά χαρακτηριστικά υπερτερώντας της «εθνικής ταυτότητας». H έννοια «πατρίδα» είχε χάσει τη σημασία της. Οι πόλεμοι ήταν αδιάκοποι, οι κίνδυνοι τεράστιοι, ενώ υπήρχε μεγάλη ανασφάλεια και κανείς δεν μπορούσε να ελπίζει σε μια ειρηνική ζωή».

Πώς να μην αναγνωρίσουμε, λοιπόν, τον Πολύβιο ως τον πρώτο ιστορικό που διείδε τις μελλοντικές εξελίξεις στην «παγκόσμια» ιστορία; Και ας ήταν ένας Αχαιός από την αρκαδική Μεγαλόπολη που παρέμεινε μετά την ήττα της Αχαϊκής Συμπολιτείας στην αυλή του νικητή Αιμίλιου Παύλου στη Ρώμη, και ας εξύμνησε τις αρετές που αρχικά τουλάχιστον είχε η κοσμοκράτειρα. «Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Πολύβιου, σφαιρική ελληνική μόρφωση, πολιτική κατάρτιση, αριστοκρατικές καταβολές, συντηρητικές αντιλήψεις και κυρίως λιτός τρόπος ζωής, ταίριαζαν εξολοκλήρου στις αρχές που ίσχυαν στην οικογένεια των Σκιπιώνων, με την οποία σχετίστηκε» εξηγεί ο κ. Βλάχος. Κοσμοπολίτες ήταν όλοι σε μια Ρώμη που υιοθετούσε ελληνικές συνήθειες. Οι ρωμαίοι αριστοκράτες εκφωνούσαν τους δημόσιους λόγους τους στα ελληνικά. H επίδραση του Πολύβιου ήταν μεγάλη στους μεταγενέστερους ιστορικούς και ερευνητές. Δεν ήταν μόνον δάσκαλος των γιων του Αιμίλιου Παύλου στη Ρώμη, αλλά επηρέασε και τον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλι και όλους τους σημερινούς επιγόνους του στην Ενωμένη Ευρώπη. Αργυρό μετάλλιο, λοιπόν, στον Πολύβιο, έστω και αργά, με το χρυσό στον Θουκυδίδη, φυσικά.

Πέντε ρήματα για το βιβλίο

Διαβάζω βιβλία για να κατακτήσω το χρόνο. Διαβάζοντας, το παρελθόν µού φαίνεται γνωστό, το παρόν οικείο, το µέλλον φιλικό και προσιτό. Καταρρίπτω όρια και φραγµούς, σύνορα και προθεσµίες, απαγορεύσεις και φόβους. Η φαντασία διαστέλλεται, ο κόσµος γίνεται άπειρος ή µικρός ανάλογα µε το κέφι µου. Όταν όλα σήµερα ελέγχονται και προκαθορίζονται, µονάχα το διάβασµα µου επιτρέπει την ελευθερία. Διαβάζω άρα είµαι ελεύθερος.

Αγοράζω βιβλία για να κάνω δικό µου τον κόσµο. Τον κόσµο των ιδεών, των µύθων, της επιστήµης, του ονείρου. Μέσα από τις τυπωµένες σελίδες νιώθω να ορίζω καλύτερα τον γύρω χώρο, την οικουµένη, ολόκληρο το σύµπαν. Αγοράζοντας βιβλία, πλουτίζω σε εµπειρίες και ευαισθησία, γίνοµαισυµµέτοχος στο παγκόσµιο αγαθό της γνώσης.

Χαρίζω βιβλία στο όνοµα της αγάπης. Με µια ποιητική συλλογή εγκαινιάζω έναν έρωτα, µε ένα µυθιστόρηµα σφραγίζω µια φιλία χρόνων, κάνοντας δώρο ένα βιβλίο που έχω αγαπήσει, δίνω στον άλλο να καταλάβει τα ιδιαίτερα αισθήµατα που τρέφω γι’ αυτόν. Με βιβλία συνοδεύω τα «Χρόνια Πολλά», το «Καλορίζικος», το «Nα µας ζήσει», τα «Συγχαρητήρια».

Δανείζω και δανείζοµαι βιβλία γιατί έτσι αποκτούν πνοή ζωής. Αλλάζουν χέρια, δραπετεύουν από τα ράφια, παλιώνουν χρήσιµα οι σελίδες τους, κυοφορούν γνώσεις και απόλαυση. Τα βιβλία δεν έχουν σπίτι δικό τους και κατοικία. Οι βιβλιοθήκες, ατοµικές ή δηµόσιες, είναι µονάχα η στάση που κάνουν για να ξεκουραστούν στο άχρονο ταξίδι της επίγειας ζωής τους.

Γράφω βιβλία για να ζήσω. Ερµηνεύω µε τον δικό µου τρόπο τα περασµένα, βλέπω µε µάτι αλλιώτικο ό,τι γίνεται ή δεν γίνεται, ψυχανεµίζοµαι λίγα απ’ όσα η ζωή µου δεν θα προφτάσει. Γράφω γιατί έχω την αυταπάτη πως είµαι ένας µικρός θεός: παίρνω αφορµή από το τίποτα και ανασταίνω ζωές, πιάνω στα χέρια µου µολύβι και στήνω ένα χάρτινο σύµπαν αληθινό. Γράφω γιατί µονάχα έτσι υπάρχω.

Κώστας Ακρίβος, συγγραφέας,

[από το σχολικό βιβλίο της Νεοελληνικής Γλώσσας, Α’ Γυμνασίου]

Λωξάνδρα

Λωξάνδρα

Μαρία Ιορδανίδου,

Λωξάντρα,

Εκδόσεις Εστία,

Ιούλιος 2012

Η λογοτεχνική δημιουργία είναι πρώτιστα μόχθος. Οι σπουδαίοι συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, υπήρξαν πάνω από όλα προσηλωμένοι αναγνώστες. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα, που με τρεις μισοδιαβασμένες ποιητικές συλλογές στη βιβλιοθήκη του, κάποιος αισθάνεται ότι μπορεί να αυτοαποκαλείται «ποιητής»… Ωστόσο, το παραπάνω σκεπτικό δεν είναι απόλυτο: η Μαρία Ιορδανίδου (φέτος συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το θάνατό της), η συγγραφέας της «Λωξάντρας», έγινε πεζογράφος στα 66 της, απλό φερέφωνο μιας εσωτερικής φωνής, όπως είναι, με τον α’ ή β’ τρόπο, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το σκεπτικό της, έτσι όπως το είχε καταθέσει σε μία από τις συνεντεύξεις της: «επεθύμησα να διαβάσω κάτι για εκείνη την εποχή… και έψαχνα να βρω βιβλία… δεν έβρισκα αυτό που ήθελα, δεν έβρισκα Πόλη… δεν έβρισκα τη γλύκα της Πόλης εκείνης της εποχής… και επειδή εγώ ήμουνα συνηθισμένη μέσα στη στερημένη και βασανισμένη ζωή που έζησα, όταν λαχταρώ κάτι και δεν μπορώ να το αποκτήσω αλλιώς, μα τζάντα ήταν, μα καπέλο ήτανε, μα φουστάνι ήταν, να κάθομαι να το φτιάνω μόνη μου… έτσι και τώρα σκέφτηκα: βρε, δεν κάθομαι να γράψω το βιβλίο που θέλω να διαβάσω; και κάθισα χάμω και έγραψα τη Λωξάντρα…». Αυτό είναι η Λωξάντρα, ένα γλυκό, γεμάτο ευωδιές της Ανατολής ταξίδι, στην Πόλη των Ρωμιών, των Αρμένηδων και των Τούρκων, μέσα από τα μάτια μιας ηρωίδας που υπηρετούσε  ως μητέρα και σύζυγος μια μεγάλη οικογένεια…

 

Η Τέχνη που αυτοκτονεί

Η τέχνη που αυτοκτονεί

Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας

Κώστας Κουτσουρέλης,

εκδόσεις Μικρή Άρκτος,

Απρίλιος 2019

Το παραπάνω βιβλίο είναι ένα από τα βιβλία που «ξαφνιάζουν»: με ύφος ισορροπημένα λογοτεχνικό και δοκιμιακό βάθος, ο συγγραφέας αναλύει τη σκέψη του για τη σύγχρονη πραγματικότητα της ποίησης. Θα μπορούσε να προκαλέσει το θυμό ενός ποιητή, καθώς, όπως θα λέγαμε, «περνά γενεές δεκατέσσερις» τους ποιητές του καιρού μας. Ωστόσο, τελικά, προσφέρει προοπτική και διέξοδο για την ποίηση που, σήμερα, περιχαρακώνεται σε όρια συντεχνιακά -οι ποιητές και οι ευαίσθητοι φίλοι τους-. Ο Κώστας Κουτρουρέλης θεωρεί ότι οφείλουν οι ποιητές να πάψουν να είναι σκοτεινοί και ακατάδεκτοι, να παρασύρονται από διανοητισμό ή τον θολό εντελώς αυτοαναφορικό συναισθηματισμό. Να ξαναβρούν τη μουσικότητα του στίχου και τη θεματολογική ευρύτητα ώστε να μπορέσουν να (ξανά) συναντήσουν το κοινό της ποίησης, που έχει κατασυκοφαντηθεί ως ρηχό και βάρβαρο…

Εξαιρετικές, αναλυτικές και δεμένες με επιχειρηματολογία σκέψεις, ακόμα και στατιστικά ή και κοινωνική ανάλυση, όπου χρειάστηκε… Αξίζει να αναγνωστεί, είτε από ανθρώπους που κατατρίβονται με την ποίηση είτε από αυτούς που επιθυμούν να γνωριστούν μαζί της βαθύτερα.