Κείμενο της Εβδομάδας

Η επιβίωση των αρχαίων ελληνικών ανά τους αιώνες – μέρος Α’

Συχνά, φιλόλογοι και μη, αναρωτιόμαστε πώς τα κατάφερε και επιβίωσε ένα τόσο μεγάλο τμήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη νέα ελληνική, δεδομένης και της παρουσίας αλλόγλωσσων πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο, ανά τους αιώνες. Υπάρχουν πολλές πτυχές αυτής της επιβίωσης, σε μία από αυτές θα αναφερθούμε στο παρόν σημείωμα. Αφορά στην περίοδο γύρω από τη γέννηση του Χριστού (Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια).

Το ύφος που χρησιμοποιήθηκε από τους συγγραφείς την περίοδο από το 3ο αι. π.Χ. μέχρι και τον 1ο μ.Χ. (ρήτορες, ιστορικούς, δραματικούς ποιητές κ.α.) ήταν το λεγόμενο «Ασιανικό». Ήταν ύφος πομπώδες, με στόμφο και ρητορισμό. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τέτοιο ύφος ήταν ο ρήτορας Ηγησίας από την Μαγνησία. Ο Αττικισμός, ήταν η αντίδραση  σε αυτό το ύφος. Αναπτύχθηκε από τον 1ο αιώνα μ.Χ. και μετά  και  υποστήριζε την μίμηση του ύφους της αττικής διαλέκτου, των ρητόρων και των φιλοσόφων δηλαδή του 5ου αιώνα π.Χ. Η μίμηση δεν αφορούσε το πνεύμα γενικά του λόγου αλλά κάθε λεπτομέρεια της αττικής διαλέκτου (λεξιλόγιο, γραμματικοί τύποι, σύνταξη). Αντιπαρατέθηκε στη λεγόμενη Ελληνιστική ή Αλεξανδρινή Κοινή, γλώσσα που  συνέχισε να υφίσταται προφορικά και γραπτά (σε μη λόγια κείμενα ή περιορισμένο αριθμό λόγιων κειμένων που όμως σήμερα δεν έχουμε στη διάθεσή μας)

Η στροφή στο αττικό ύφος δεν κατάφερε να εξοβελίσει οριστικά από τα ελληνικά γράμματα ούτε τον στόμφο ούτε την ρητορικότητα που συνέχισαν να επιβιώνουν. Η πολεμική όμως του αττικισμού σε κείμενα που δεν μιμούνταν την αττική ήταν τόσο μεγάλη ώστε εξαφανίστηκαν αρκετά σοβαρά κείμενα που είχαν γραφτεί στην καθημερινή απλή λαϊκή γλώσσα (αφού κανένας δεν θα φρόντιζε να τα αντιγράψει). Όσα μη αττικιστικά παρέμειναν ήταν περιθωριοποιημένα και διαβάζονταν από μικρό αριθμό αναγνωστών. Το μεγαλύτερο όμως «επίτευγμα» του αττικισμού ήταν το ότι κληροδότησε στον ελληνισμό έναν βαθύ διχασμό για το πιο δικό του πράγμα, τη γλώσσα του. Για αιώνες πια οι Έλληνες ήταν αναγκασμένοι διαφορετικά να μιλούν στην καθημερινότητά τους και διαφορετικά να συντάσσουν ένα δημόσιο έγγραφο, ακόμα και μια επιστολή.

Οι σημαντικότεροι φιλόλογοι -εκπρόσωποι του Αττικισμού ήταν ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς και ο Καικίλιος. Ένας από τους υπέρμαχους του Αττικισμού είναι και ο λεξικογράφος Φρύνιχος (2ος αιώνας μ.Χ.). Σε αττικιστικό ύφος έγραψαν την εποχή εκείνη ο Δίων ο Χρυσόστομος, ο Λουκιανός, ο Αρριανός κ.α. Ο αττικισμός, μακροπρόθεσμα, στο πεδίο της συγγραφικής δραστηριότητας –και όχι της προφορικής συνομιλίας- κατάφερε να επιβληθεί. Έτσι, ενώ η χριστιανική διδασκαλία διαδόθηκε (προφορικά και γραπτά) στην ομιλούμενη Αλεξανδρινή Κοινή, κάτω από την πίεση των αττικιστών, ακόμα και οι χριστιανοί συγγραφείς (όσοι ήταν φυσικά μορφωμένοι, γιατί τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού τέτοιοι δεν υπήρχαν, έγραψαν τελικά λίγους αιώνες αργότερα μιμούμενοι την αττική διάλεκτο (Γρηγόριος ο Ναζιαζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Μέγας Βασίλειος κ.α.). Κατά συνέπεια, αν θεωρήσουμε ότι η διαμάχη ανάμεσα στη δημώδη γλώσσα και την αρχαΐζουσα ξεκινάει τον 1ο – 2ο αιώνα μ.Χ. (αττικιστές λόγιοι –πρώτοι χριστιανοί συγγραφείς) μπορούμε να πούμε ότι τη πρώτη σπουδαία μάχη την κέρδισε η αρχαΐζουσα. Ο «αττικισμός» ήταν η αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος, που στη συνέχεια, χωρίς να σταματήσει να υφίσταται άλλαζε μορφές ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες[1].

Χριστόφορος Βλάχος, Φιλόλογος

[1] Βλ. Γεώργιου Μπαμπινιώτη, Συνοπτική Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, χ.ε., σελ. 168

Κείμενο της Εβδομάδας

Υπερασπίζοντας τα σύγχρονα ελληνικά… Μία άποψη σχετικά με την ύπαρξη των λατινικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση

H νέα –καθομιλουμένη- ελληνική γλώσσα δεν είναι ένας ξεπεσμένος απόγονος της αρχαίας ελληνικής. Και, ασφαλώς, δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς αρχαία ελληνικά για να μιλάει ορθά και όμορφα τα νέα. Αρκεί να ξέρει απλώς σε βάθος τα νέα… Η αρχαία ελληνική ήταν σπουδαία γλώσσα, γιατί ήταν σπουδαίοι οι άνθρωποι που τη μιλούσαν (είχαν ορθολογισμό, αισθητική, δημοκρατία και ανθρωπισμό). Δεν ήταν σπουδαία από μόνη της και δεν μπορεί να αποκόπτεται από το ιστορικό της περιβάλλον έτσι αβασάνιστα. Εννοείται πως κάποιος που γνωρίζει αρχαία ελληνικά δεν γίνεται αβίαστα κτήτωρ του μέτρου, της παρρησίας ή της αρμονίας σώματος και πνεύματος…

Αυτά για τα αρχαία ελληνικά. Η συζήτηση για αυτά γίνεται, σε ένα κείμενο που ασχολείται με τα λατινικά για να τονιστεί το κριτήριο για το οποίο μαθαίνουμε μια γλώσσα. Για να κατακτήσουμε δηλαδή σε βάθος τη σκέψη και τον πολιτισμό των ανθρώπων που τη μιλούν, όποιος κι αν είναι αυτός, πράγμα που μας οδηγεί και στη βαθύτερη γνώση της πραγματικότητας που βιώνουμε. Φυσικά, με ό,τι η κάθε γλώσσα κουβαλάει από τις προηγούμενες εποχές, αυτό που λέμε, δηλαδή, «παράδοση». Και «παράδοση» δεν είναι το παλιό, το vintage αλλά ό,τι άντεξε στο χρόνο και μετουσιώθηκε στο σήμερα. Σαφώς και ένα μέρος της γλώσσας.

Πάμε στα λατινικά, τη γλώσσα των Ρωμαίων κατακτητών και των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και της αυλής, μέχρι μία περίοδο (όχι του λαού). Και εδώ, φυσικά, ισχύει και αυτό που ισχύει και για τα αρχαία ελληνικά: λέμε γνωρίζω «αρχαία» αλλά στην πραγματικότητα γνωρίζω την αττική διάλεκτο που μιλιόταν πάνω –κάτω για 100 χρόνια (τον 5ο αιώνα συν-πλην). Φυσικά, και να μιλούσαμε «φαρσί» αυτό που λέμε «αρχαία» ένας Θηβαίος ή Σπαρτιάτης θα μας κατανοούσε ελάχιστα, σε περίπτωση που συναντιόμασταν στη μαύρη τρύπα του χωροχρόνου. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τα λατινικά. Συνεπώς, στο σχολείο, οι μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης όχι μόνο ασχολούνται με μία περιορισμένη περίοδο των λατινικών αλλά και με την ιδιότυπη «καθαρεύουσα» των λατινικών, που λίγο σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες –δεν συγγενεύει καν με τα ιταλικά όπως τα νέα ελληνικά με τα αρχαία- τουλάχιστον σε σχέση με την καθομιλουμένη αντίστοιχη λατινική, που δεν την αγγίζουμε. Επιπρόσθετα, οι μαθητές, ερχόμενοι σε επαφή με τη λατινική, έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, πολλοί από αυτούς και σε υψηλό επίπεδο μάλιστα. Σε κανένα δεν περνάει από το μυαλό να εμπλακεί σε συσχετισμούς. Και να το κάνει, θα το κάνει «φιλολογικά»: θα εντοπίσει κοινές ρίζες των λέξεων και μέχρι εκεί. Δεν θα το κάνει εννοείται «βιωματικά», καθώς θα συγκρίνει μία γλώσσα νεκρή με μία ζωντανή.

Σε άλλα κείμενα υπεράσπισης της διδασκαλίας των λατινικών εντοπίζουμε το επιχείρημα της μελέτης του ρωμαϊκού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του. Εδώ, μπορεί να φανούμε σκληροί, αλλά η αλήθεια είναι σκληρή, όχι η αναπαραγωγή της: ο πολιτισμός των Ρωμαίων ήταν μια κακοχωνεμένη, ρηχή, καιροσκοπική αντιγραφή του ελληνικού. Μη ξεχνάμε την ουσία των δύο πολιτισμών, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε: ο αρχαίος ελληνικός έχει κύρια βάση τον ορθολογισμό, το στοχασμό στην καθημερινότητα, την (άμεση) δημοκρατία και την παρρησία. Ο ρωμαϊκός έχει τη βασιλεία (παρότι αρχικά δημοκρατία)- στην καλύτερη περίπτωση ενός φωτισμένου ηγεμόνα- τη σκληρή διοίκηση και τη βία (μη ξεχνάμε το ager publicus ως διαταγή για τις κατακτημένες πόλεις). Ακόμα, τη συνωμοσία, τις κενές λεκτικές κορώνες, την υποταγή στην εξουσία όσον αφορά τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα (βλ. και Πολύβιος, Πλούταρχος). Ο πολιτισμός των Περσών ή των Βαβυλωνίων έχει να προσφέρει περισσότερα, αλλά και υστερότερων πολιτισμών, όπως του Αραβικού. Να αγχωθούμε που δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα όλων αυτών;

Παράλληλα, οι όροι που χρησιμοποιούνται στα λατινικά, σε διάφορες επιστήμες, χρειάζονται απλώς λεξικό. Δεν μαθαίνουν οι κομμώτριες και οι εργαζόμενοι στα συνεργεία γαλλικά για να κάνουν τη δουλειά τους, την κάνουν και χωρίς αυτά, παρά τους όρους «ντεκουπάζ», «α λα γκαρσόν», «σασμάν», «λεβιέ» κλ.π. Αν ήταν έτσι, ας προτείνουμε να μπουν τα λατινικά στη Γεωπονική- οι όροι είναι δεκαπλάσιοι από τη Νομική. Το ίδιο και στη Βιολογία. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα φάνταζε εξωπραγματικό.

Η υποστήριξη των λατινικών κρύβει όμως κάτι άλλο, ας το πούμε καθαρά: επειδή «ανήκομεν στη Δύσιν», οφείλουμε να ξέρουμε λατινικά- η απομάκρυνση από τα λατινικά θα σηματοδοτούσε, επί της ουσίας, το ενδεχόμενο απομάκρυνσης από τις «αρχές» της Δύσης. Ας κρατήσουμε από τη Δύση την επιστήμη της, την υπεράσπιση των δικαιωμάτων (έστω στα χαρτιά) και όχι τη γλώσσα της εκκλησίας και τη διοίκησής της (κάποτε). Οι αναγκαιότητα της εποχής προτάσσει άλλα…

Χριστόφορος Βλάχος, Φιλόλογος